Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013

Παει κ το '13..

Χαθηκα, το ξερω το ξερω, αλλα θα συνεχισω να ειμαι χαμενη για λιγο ακομα. Με τετοιο κρυο, ειναι ωρα για αγκαλιες, χουχουλιασμα κ μελομακαρονα..

Δεν ξερω πως να αποχαιρετησω αυτη τη χρονια. Για μενα ηταν ομορφη σε ολα τα επιπεδα. Και μεσα απ'αυτη την ομορφια, μου εμαθε ενα σωρο πραγματα για μενα.
Πραγματα που δεν ηξερα οτι εχω
Πραγματα που δεν θυμομουν οτι εχω
Πραγματα που εκανα πως δεν θυμομουν οτι εχω.

Ειναι πολυ ευκολο να ειναι καποιος αχαριστος. Εχοντας ομως διπλα σου ανθρωπους που ενδιαφερονται για σενα περισσοτερο απ'ο,τι ενδιαφερεσαι εσυ για τον εαυτο σου, μαλλον πρεπει να παραδεχτεις οτι καποιος ηταν πολυ γενναιοδωρος μαζι σου..
Εγω λοιπον μονο ευχαριστω εχω να πω..

Η χρονια αυτη εφερε ο,τι επρεπε να φερει, εδιωξε οτι περισσευε κ τωρα, λιγες μερες πριν τη δυση της, κοιτωντας το στολισμενο χριστουγεννιατικο δεντρο, σκεφτεσαι οτι καθε φυλλο απ τα κλαδακια του, ηταν κ ενα χαμογελο ζωγραφισμενο στα χειλη σου..

Καλες  γιορτες :)





Παρασκευή, 6 Δεκεμβρίου 2013

Μη ξεχνιομαστε..


Γιατι καλα τα δικα μας Χριστουγεννα, μεσα στα ζεστα σπιτια, με τα στολισμενα δεντρα κ τα μελομακαρονα, αλλα υπαρνουν κ τα αλλα..

αν με διαβαζεις κρατωντας μια ζεστη κουπα στο χερι, σημαινει οτι εχεις σπιτι, εχεις ρευμα, εχεις φαγητο, εχεις θερμανση.
εισαι λοιπον σε πολυ καλυτερη κατασταση απο τους 40.000 αστεγους της ελλαδας.
σταματα να γκρινιαζεις για τον γκομενο
σταματα να γκρινιαζεις για τις φακες που εφτιαξε η μανα σου αλλα δεν τις τρως
σταματα να γκρινιαζεις για τη βαφη που δεν επιασε
σταματα να γκρινιαζεις για το σπυρι που σου σκασε στη μουρη.
ναι καταλαβαινω, ζεις εναν εφιαλτη, αλλα υπαρχουν κ αληθινα προβληματα στη ζωη.

ενα υπεροχο παραμυθι του Ευγενιου Τριβιζα, που δεν υπαρχει περιπτωση να μη σας συγκινησει..
Σ'αυτη τη περιπτωση, δεν ΄ζησαν αυτοι καλα κ εμεις καλυτερα΄...μονο 'εμεις καλυτερα'..




το παραμυθι τελειωνει ετσι στη γραπτη του μορφη:
Λένε οἱ παλιοὶ ὅτι τὸ πεζοδρόμιο ἐκεῖνο ἦταν κάποτε κάπως πιὸ φαρδύ, ὅτι φύτρωνε κάποτε κάποιο δέντρο ἐκεῖ.
Διηγοῦνται ἐπίσης οἱ παλιοὶ ὅτι ἕνα χριστουγεννιάτικο πρωὶ βρῆκαν στὴ ρίζα τοῦ δέντρου ξεπαγιασμένο ἕνα παιδὶ σκεπασμένο ἀπὸ τὸ χιόνι, τυλιγμένο σ᾿ ἕνα τριμμένο παλτὸ χωρὶς κουμπιά, μὲ ἕνα γαλήνιο χαμόγελο, ἕνα χαμόγελο εὐτυχίας ζωγραφισμένο στὸ πρόσωπό του.
Λένε ἀκόμα ὅτι ἀπὸ τότε κάθε παραμονὴ Χριστουγέννων, γύρω στὰ μεσάνυχτα, κάτι παράξενο συμβαίνει, κάτι ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἐξηγήσει. Ἕνα σμάρι πυγολαμπίδες τριγυρνοῦν ἐπίμονα τρεμοσβήνοντας σὲ ἐκεῖνο τὸ σημεῖο, λὲς καὶ κάτι ἀναζητοῦν, λὲς καὶ γυρεύουνε νὰ θυμηθοῦνε κάτι, ὅτι ἕνας ἄνεμος ἀναπάντεχος φέρνει, ποιὸς ξέρει ἀπὸ ποῦ, ἀνάλαφρες σαπουνόφουσκες καὶ χρυσόχαρτα ἀστραφτερά, ἐνῷ τὴν ἴδια στιγμὴ ἕνα ὑπέροχο πεφταστέρι διαγράφει στὸν οὐρανὸ μία φαντασμαγορικὴ τροχιὰ καὶ πέφτει στὸ σημεῖο ἀκριβῶς ἐκεῖνο.
Ἔτσι λένε...
Ποιὸς ξέρει;


εδω ολοκληρο





Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

Χρυσοσκονη.

Εψαξα μεσα μου τη πιο δυνατη αναμνηση.
Δεν χρειαστηκε πολυ ωρα.
Ηταν εκει, μπροστα μπροστα λες κ ηξερε οτι θα την αναζητουσα.
Την επιασα τρυφερα κ την εβγαλα  εξω.
Προσπαθησα να την ανοιξω, μια περιεργεια διαολεμενη καθοδηγουσε τα χερια μου.
Δεν σκεφτομουν τιποτα αλλο. Ηθελα μονο να δω πως ειναι απο μεσα οι αναμνησεις
Να βρω τη πρωτη υλη τους
Και ποιος ξερει, ισως ετσι καταλαβαινα
πως καταφερνουν να ριζωνουν για παντα στις ανασες μου.

Ηταν στρογγυλη κ λιγο βρεγμενη.
Μυριζε αλμυρα.
Καθολου ευπλαστη. Πιο σκληρη κ απο βεβαιοτητα, δεν δεχοταν ουτε αποτυπωματα επανω της.
Κρατωντας τη απο τη μια μερια κ τραβωντας τη απο την αλλη, δεν καταφερα κ πολλα πραγματα
Μονο λιγες φυσαλιδες  πεταχτηκαν απο μεσα της
και κοιτωντας με γεματες αναποληση, γελασαν ειρωνικα.

Θυμωσα.
Την αφησα πανω στο γραφειο κ ετρεξα στο σαλονι.
Επιασα γρηγορα 2 ξινες πραγματικοτητες που εχω παντα προχειρες
σε περιπτωση που τυχει να κανω ονειρα
και ετρεξα στο δωματιο.
Ηταν ιδιαιτερα χοντροκομμενες, θα την εκαναν τη δουλεια τους.
Με ενα χαιρεκακο χαμογελο ζωγραφισμενο στα χειλη
εβαλα τη μια κατω απ την αναμνηση κ την αλλη απο πανω
και με μια δυνατη κ κοφτη κινηση
την εσπασα.

Και σ'αυτο το σημειο της ιστοριας ειναι που το χανω.
Πριν προλαβω να χαρω τη νικη μου,
κυματα ολοκληρα γεματα αμλυρα, μυρωδιες κ ηχους γνωριμους
πεταχτηκαν επανω μου απο κει που ηταν πριν η αναμνηση.
Πριν προλαβω να ανοιγοκλεισω τα ματια μου κ καταλαβω τι συνεβη,
εξαφανιστηκαν.
Στα δευτερολεπτα που ακολουθησαν, κοιταξα τα χερια μου, τον κορμο μου, τα μαλλια μου.
Ημουν γεματη χρυσοσκονη.
Παραδοξα στεγνη μετα τα τοσα κυματα,  αλλα γεματη χρυσοσκονη.
Εψαξα να δω που πηγε η αναμνηση, ή εστω ενα κομματι της, αφου την ειχα σπασει..
Τιποτα.
Το μονο που βρηκα αναμεσα στις δυο πραγματικοτητες,
ηταν κ παλι χρυσοσκονη.